Μία μικρή υπενθύμιση στην κυρία Ρεπούση και στους λοιπούς που συνεχίζουν να μας χαρακτηρίζουν “εθνικιστές” όσους από μας βρίσκουμε εκτρωματική την αναφορά ενός ελληνικού βιβλίου ιστορίας στην Μικρασιατική καταστροφή ως “συνωστισμό” και άλλα τέτοια πολύ χαριτωμένα που αναφέρονται στο βιβλίο της.
========================================================
Από τα Σημειώματά μου:
Σαν σήμερα, 19 Μαΐου, έχουμε ως ημερομηνία μνήμης για μία από τις χειρότερες γενοκτονίες της ιστορίας.
Την Γενοκτονία των Ποντίων.

Χιλίαδες νεκροί, γύρω στις 350,000 το 1919.
Άφησαν τα κορμιά τους στην πατρίδα τους, στο χώμα τους.
Τα σώματά τους κατακερματισμένα, σφαγμένα, καμμένα από τους Νεότουρκους του Κεμάλ, κείτονταν ανάμεσα στις πόλεις και τα χωρία του Πόντου, ανάμεσα στα εδάφη στα οποία ανέκαθεν κατοικούσαν.

Δεν απαρνήθηκαν την θρησκεία τους.
Δεν απαρνήθηκαν την εθνικότητά τους.
Δεν απαρνήθηκαν τα ήθη και τις παραδόσεις τους.
Έμειναν εκεί, κοντά στα σπίτια τους, τα μνημεία τους και την ιστορία τους.
Δολοφονήθηκαν.
Αρκετοί έφυγαν από τον τόπο τους μέσα από μια διαρκή και βίαιη τρομοκρατία που ασκούσε ο Κεμάλ και οι οργανώσεις του.
Ξεριζωθηκαν.

Όσοι δεν έφευγαν σφαγιάζονταν με τον πιο απάνθρωπο τρόπο που μπορεί να σκεφτεί ανθρώπινο μυαλό.
350,000 άνθρωποι το 1919 και πόσοι άλλοι πολλά χρόνια πριν.
Μία από τις χειρότερες γενοκτονίες που έχει γνωρίσει ποτέ ο κόσμος μας.

Δεν μπορώ να σκεφτώ άλλα πράγματα να γράψω.
Τέτοιες μνήμες πρέπει να μένουν ζωντανές σε όλους μας. Να μην τις ξεχάσουμε, να μην τις χάσουμε.
Σβήνοντας αυτές τις μνήμες σβήνουμε την ίδια μας την ιστορία, τον πολιτισμό μας και τους τόσους νεκρούς.
Σβήνοντας αυτές της μνήμες, σβήνουμε εμάς τους ίδιους…
========================================================
Από simerini.com:
“Το ανατριχιαστικό κείμενο αφιερώνεται στην κ. Ρεπούση και τους ομοϊδεάτες της, που με τη σειρά τους «ξέχασαν» να αφιερώσουν στο «πόνημά» τους λίγες έστω σειρές στη γενοκτονία του ποντιακού και ιωνικού Ελληνισμού. Δεν κατηγορούμε κανέναν. Όταν ο εκ(γιουσουφακι)σμός κάποιων έχει προχωρήσει τόσο, τι να πει κανείς…
Ο λόγος, λοιπόν, σε έναν πονεμένο Πόντιο. Γιατί η τραγωδία του χωριού του, του Μπεϊαλάν, θα μπορούσε να είναι η τραγωδία χιλιάδων ελληνικών χωριών, χιλιάδων Ελλήνων, στον Πόντο του 1916, την Ιωνία του 1922, την Πόλη του 1955 ή κάποιου χωριού της Κυρήνειας το 1974…
Τα χαράματα, στις 16 Φεβρουαρίου 1922, ημέρα Τετάρτη, μια εφιαλτική είδηση, ότι οι τσέτες του Τοπάλ Οσμάν έρχονται στο χωριό, έκανε τους κατοίκους να τρομάξουν και ν’ αναστατωθούν. Μόλις μπήκαν οι συμμορίτες στο χωριό, η ατμόσφαιρα ηλεκτρίστηκε και ο ορίζοντας πήρε τη μορφή θύελλας που ξέσπασε άγρια. Με κραυγές και βρισιές, βροντώντας με τους υποκοπάνους τις πόρτες και τα παράθυρα, καλούσαν όλους να βγουν έξω από τα σπίτια και να μαζευτούν στην πλατεία. Αλλιώς απειλούσαν ότι θα δώσουν φωτιά στα σπίτια και θα τους κάψουν. Σε λίγο, όλα τα γυναικόπαιδα και οι γέροι, βρίσκονταν τρέμοντας και κλαίγοντας στους δρόμους. Υποπτεύθηκαν, από την πρώτη στιγμή, το μεγάλο κακό που περίμενε όλους και δοκίμασαν να φύγουν έξω από το χωριό. Οι τσέτες πρόβλεψαν ένα τέτοιο ενδεχόμενο και είχαν πιάσει από πριν τα μπογάζια, απ΄ όπου μπορούσε να φύγει κανείς. Έτσι, μόλις έφτασαν, τρέχοντας, οι κοπέλες στα μπογάζια, δέχτηκαν από τσέτες που παραμόνευαν πυροβολισμούς στο ψαχνό. Μερικές έμειναν στον τόπο σκοτωμένες, ενώ οι άλλες τραυματίστηκαν και γύρισαν πίσω.
Οι μητέρες αναμαλλιασμένες, κατάχλομες από το τσουχτερό κρύο και το φόβο, έτρεμαν με τα βρέφη στην αγκαλιά και τα νήπια μπερδεμένα στα πόδια τους. Οι κοπέλες, άλλες με τους γέρους γονείς κι άλλες με γριές ή άρρωστους αγκαλιασμένες, περιμαζεύτηκαν με τον κτηνώδη αυτόν τρόπο στην πλατεία σαν πρόβατα για τη σφαγή, μέσα σε ένα πανδαιμόνιο από σπαραχτικές κραυγές και θρήνους και κοπετούς. Η πρώτη φάση της απερίγραπτης τραγωδίας του Μπεϊαλάν έκλεισε, έτσι, θριαμβευτικά για τους θλιβερούς «ήρωες» του νεοτουρκικού εγκλήματος: της γενοκτονίας.
Και όταν, έτσι, ήταν σίγουροι πως δεν έμεινε έξω κανένας, σφάλισαν τις πόρτες, ενώ ο άγριος αλαλαγμός από τα παράθυρα, οι σπαραξικάρδιες κραυγές, το απελπισμένο κλάμα και οι βοερές ικεσίες για έλεος και βοήθεια, σχημάτιζαν μιαν άγριας τραγικότητας μουσική συναυλία, που ξέσκιζε τον ουρανό κι αντιβούιζε στα γύρω βουνά και δάση…
Και τώρα δεν έμενε παρά η τρίτη και τελική φάση της επιχείρησης των θλιβερών συμμοριτών του Τοπάλ Οσμάν. Δεν χρειάστηκαν παρά μιαν αγκαλιά ξερά χόρτα και μερικά σπασμένα πέταυρα (χαρτόματα) ν’ ανάψει η φωτιά. Και σε λίγο τα δύο σπίτια έγιναν πυροτέχνημα και ζώστηκαν, από μέσα και απ΄ έξω, από πύρινες γλώσσες και μαυροκόκκινο καπνό. Το τι ακολούθησε την ώρα εκείνη δεν περιγράφεται…
Οι μητέρες, ξετρελαμένες, έσφιγγαν -αλαλάζοντας και τσιρίζοντας με όλη τη δύναμη της ψυχής τους- στην αγκαλιά τα μωρά τους, που έκλαιγαν και κραύγαζαν «μάνα, μανίτσα!». Οι κοπέλες και οι άλλες γυναίκες με τους γέρους γονείς, τα παιδιά και τους αρρώστους κραύγαζαν και αρπάζονταν μεταξύ τους σαν να ήθελαν να πάρουν και να δώσουν κουράγιο και βοήθεια, καθώς έπαιρναν φωτιά τα μαλλιά και τα ρούχα τους και άρχισαν να γλείφουν το κορμί οι φλόγες.
Μερικές γυναίκες και κοπέλες, πάνω στον πόνο, τη φρίκη και την απελπισία τους, δοκίμασαν να ριχτούν από τα παράθυρα, προτιμώντας να σκοτωθούν πέφτοντας κάτω ή με σφαίρες από όπλο, παρά να υποστούν τον φριχτό θάνατο στη φωτιά.
Οι τσέτες, που απολάμβαναν με κέφι και χαχανητά το μακάβριο θέαμα, έκαναν το χατίρι τους: Τις πυροβόλησαν και τις σκότωσαν.
Η τραγωδία του χωριού αυτού περιγράφηκε σε όλες τις τραγικές της λεπτομέρειες, διότι ο φρικιαστικός αφανισμός των κατοίκων του είναι απόλυτα δεικτικός τού τι συνέβη σε ολόκληρο τον Πόντο.”
========================================================
Και εκ στόματος Χάρι Κλυν: ΡεπούσΙΟΣ λόγος…
========================================================
Update: Καταπληκτικό άρθρο από το blog Πόντος και Αριστερά: Η Γενοκτονία στον Πόντο
========================================================
Δυστυχώς για σας, θυμόμαστε ακόμα…