Archive for the 'Μικρές ιστορίες' Category

Μη αναστρέψιμος

Κυριακή 18/11, 16:15
Mood: Very Very Happy

Μόλις γύρισα από καφέ. Μετά από 2 βδομάδες βγήκα επιτέλους για καφέ, βλέποντας μία φίλη που είχα να την δω τουλάχιστον 2 μήνες.

Λόγω χαρούμενης διάθεσης, παρά τον υπερβολικό φόρτο, αποφασίζω να ασχοληθώ με το blog μου και να γράψω επιτέλους ένα ποστ που θα είναι μεγαλύτερο από 2 παραγράφους…

===========================

Σάββατο 17/11, 23:00
Mood: Very Happy

Μιλάω επιτέλους με ένα φίλο μου στο Messenger. Δηλαδή, μέσω Pidgin, αλλά χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό μου στο messenger. Είχαμε να μιλήσουμε αρκετές μέρες.

Σοβαρές και αστείες (από πνευματώδεις μέχρι βλακώδεις) συζητήσεις εναλλάσσονται ταχύτατα, μέχρι που ένα τμήμα συζήτησης θα μπει στα “Messenger Priceless conversations” και θα γίνει μελλοντικά ένα ποστ σε τούτο το blog…

Κανονίζω να πάω για καφέ την επόμενη μέρα με μία φίλη που ήρθε από Κεφαλλονιά, την οποία έχω να δω μήνες…

===========================

Σάββατο 17/11, 22:00
Mood: Happy

Εγκατάσταση του Ubuntu 7.10 στον υπολογιστή στο σπίτι, ο οποίος μέχρι πρότεινος ήταν ανενεργός. Μικρή και απλή διαδικασία, και επιτέλους έχω ξανά λειτουργικό σύστημα και έναν υπολογιστή που δουλεύει.

Δεν άντεχα να βλέπω τον υπολογιστή, κοντά 5 μέρες τώρα, με ανοιχτό το κουτί του, τα καλώδια να κρέμονται, τους σκληρούς δίσκους αποσυνδεμένους. Ήθελα να μπώ λίγο ίντερνετ, να δω τα εμαιλ μου, να περάσω απλώς την ώρα μου στον υπολογιστή μου.

Να μιλήσω έστω με κανέναν φίλο στο messenger…

===========================

Τριτη 13/11, 04:00
Mood: Exhausted

Τέσσερις η ώρα τα ξημερώματα, και μόλις τέλειωσα τις σημειώσεις για το ΙΕΚ, στον υπολογιστή του συγκάτοικου, αφού ο δικός μου δεν…

Είμαι τέρμα κουρασμένος, και πρέπει αναγκαστικά να κοιμηθώ γιατί ξημερώνει δύσκολη μέρα. Και όσο σκέφτομαι πως πρέπει να σηκωθώ νωρίς το πρωί, γιατί πρέπει να τελειώσω τις σημειώσεις το πολύ μέχρι τις 12, καθώς 12 με 2 έχω συνάντηση για το μαστερ και μετά στις 4 πρέπει να πάω στο ΙΕΚ, και άρα πρέπει να έχω έτοιμες τις σημειώσεις μέχρι τις 12, αγχώνομαι παραπάνω…

Κάποια μέρα πρέπει να εγκαταστήσω Ubuntu στον υπολογιστή μου, δε μπορώ να κάθομαι συνέχεια στον υπολογιστή του συγκάτοικου…

===========================

Δευτέρα 12/11, 23:00
Mood: Definitely NOT Happy

Ξεκινάω να κάνω σημειώσεις για το αυριανό μάθημα των ΙΕΚ. Μάλλον δεν θα ευχαριστηθώ ύπνο σήμερα…

Δεν είναι του στυλ μου να τα κάνω τελευταία στιγμή, αγχώνομαι και δεν αποδίδω. Γενικά πάντα όταν έχω να κάνω κάτι το ξεκινάω πολύ νωρίτερα, για να το κάνω με την ησυχία μου και όσο καλύτερα γίνεται. Αλλά δε μπορούσα να κάνω αλλιώς. Είναι να μη σου τύχει…

Τέλος πάντων, ξεκινάω τώρα, 11 το βράδυ, και όσο αντέξω…

===========================

Δευτέρα 12/11, 22:20
Mood: #$#$%@%#%$

Το ρήμα της γενετήσιας πράξης, σε α’ ενικό, συνοδευόμενο από πρόσωπα γνωστά στους θρησκευτικούς κύκλους, καθώς και το γενετικό όργανο της γυναίκας που πριν από κάποια χρόνια δάγκωσε ένα μήλο που της το έδωσε ένα φίδι, χαρακτηρίζουν την συνομιλία μου με τον υπολογιστή μου.

Το ότι μάλλον δεν έχει μητέρα ο υπολογιστής δεν με αποθαρρύνει από το να χρησιμοποιήσω και αυτήν στην συνομιλία μου.

Τον θυμό ακολουθεί μία ελαφριά κατάθλιψη. Η κατάθλιψη γίνεται απόγνωση. Και τελικά την απόγνωση αντικαθιστά το άγχος.

Μόλις συνειδητοποίησα ότι έχω πολύ σημαντικότερα πράματα να κάνω από το να ανοίγω διάλογο με τον υπολογιστή μου χρησιμοποιώντας πληθώρα ύβρεων: εκτός ΌΛΩΝ των άλλων, έχω χάσει και τις αυριανές σημειώσεις για το μάθημα στα ΙΕΚ. Και μάλλον πρέπει να ξεκινήσω να τις κάνω…

===========================

Δευτέρα 12/11, 22:10
Mood:
@#$%$@

Ανοίγω τον υπολογιστή για να ξεχαστώ λιγάκι. Με υποδέχεται μία φωτογραφία από ένα καταπράσινο χωράφι, και ένα ευχάριστο μήνυμα πως ο υπολογιστής μου μόλις έκανε “recover from a serious error”.

Καταργίεμαι την ώρα και την στιγμή που ξεκίνησα να κάνω upgrade το Ubuntu 7.04 σε 7.10. Μια χαρά δεν ήταν? Τι τα ήθελα τα φρου φρου και τα compiz? Πάρε στη μάπα τώρα τα χωράφια των Windows, μέχρι να βρεις χρόνο να ξαναεγκαταστήσεις το Ubuntu.

Ελάχιστα λεπτά μετά, το πράσινο του χωραφιού αντικαθιστά ένα άλλο τρομακτικό χρώμα, που ξυπνά έντονες και καθόλου ευχάριστες μνήμες από το παρελθόν: το μπλε της γνωστής “μπλέ οθόνης των Windows“, η αλλιώς μία BSOD (Blue Screen Of Death). Indeed “Of Death”.

Τρεις επανεκκινήσεις, συνοδευόμενες από ισάριθμες BSOD. Τρεις φορές που οι ευχές μου δεν πραγματοποιούνται. Μέχρι που την τέταρτη φορά ήρθε το χειρότερο…

Σκληρός καπούτ. Δεν μπουτάρει, δεν τον βλέπει ούτε εξωτερικό κουτάκι, δεν την παλεύει.

Είμαι στην δυσάρεστη θέση να μου ανακοινώσω αυτό που δεν θέλω να παραδεχθώ: ο σκληρός κράσαρε, χάλασε, έσκασε, δε δουλεύει…

Δευτερόλεπτα αργότερα μία σκέψη μόνο τριγυρίζει στο μυαλό μου, μία πρόταση: “τα δεδομένα”…

===========================

Δευτέρα 12/11, 22:00
Mood: Tired, but happy

Μόλις γύρισα από το πανεπιστήμιο. Άλλη μία κουραστική μέρα έφτασε στο τέλος της. Αυτό το καθημερινό 11 το πρωί με 11 το βράδυ σε σκοτώνει λίγο. Γι αυτό είπα να μου δώσω μια μικρή άδεια και να γυρίσω μία ώρα νωρίτερα, να ξεκουραστώ και επιτέλους μία μέρα να προλάβω να χαλαρώσω και λίγο πριν πέσω για ύπνο.

Ανάβω θερμοσίφωνα, ένα μπανάκι για να χαλαρώσω και μετά κρεβάτι για να τελειώσω το αστυνομικό βιβλίο που διαβάζω τελευταία. Μάλλον πριν πέσω στο κρεβάτι θα παίξω και λίγο 5η μέρα, που δεν κατάφερα να παίξω χθες λόγω μεταφοράς του επεισοδίου.

Και μέχρι να γίνει το νερό, ας ανοίξω τον υπολογιστή να περάσει λίγο η ώρα μου…

It could be real…

Ξημέρωσε νέα μέρα. Έβαλες τις ζεστές του παντόφλες, που περίμεναν υπομονετικά δίπλα στο κρεβάτι του από το βράδυ, και βγήκε από το δωμάτιο. Το πάτωμα ήταν ξύλινο. Έδινε στο σπίτι ένα ζεστό και συνάμα αρχοντικό στυλ. Κατέβηκε τις ξύλινες σκάλες πολύ αργά. Νωχελικά. Του άρεσε το απαλό αυτό τρίξιμο στις σκάλες κάθε πρωί που κατέβαινε στο σαλόνι.

Ο ήλιος είχε προλάβει να τρυπώσει στο σαλόνι εδώ και κάποιες ώρες. Αυτή η ζέστη του έδινε την εντύπωση πως δεν ήταν μόνος. Ένιωθε πως πάντα κάποιος τον περίμενε, πως το σαλόνι ήταν γεμάτο.

Ένα φλιτζάνι ζεστού καφέ και η πολυθρόνα του σαλονιού ήταν ό,τι καλύτερο για να ξεκινήσει την μέρα του. Η τηλεόραση ήταν ανοιχτή από χθες το βράδυ και έτσι τον υποδέχθηκε μία πρόσχαρη και χαριτωμένη ξανθιά παρουσία καθώς μπήκε στο σαλόνι, η οποία τον καλημέρισε ενημερώνοντας τον πως και σήμερα ο καιρός θα ήταν ηλιόλουστος. Χάρηκε. Ακολουθώντας την προτροπή της μοναδική του φίλης, άναψε την καφετιέρα και βγήκε για λίγο στη βεράντα…

Είχε ήλιο. Ο καιρός ήταν θαυμάσιος για άλλη μία μέρα. Το γκαζόν του ήταν καταπράσινο, τόσο ζωντανό που δε το πίστευε. Ήταν ακριβώς το χρώμα που είχε στη διαφήμιση στην τηλεόραση. Η μικρή μηλιά στην αυλή του ήταν γεμάτη πουλιά που κελαηδούσαν. Κάθισε λίγα λεπτά και τα αφουγκράστηκε. Έπειτα έκλεισε τα μάτια του. Απόλυτη γαλήνη και ηρεμία. Ίσως απόλυτη αν εξαιρέσουμε τα παιδιά που έπαιζαν ποδόσφαιρο ακριβώς έξω από τον φράχτη του, μέσα στο δρόμο. Άλλα δε τον ενοχλούσε. Ήταν το είδος του θορύβου που κάθε άλλο παρά τον ενοχλούσε. Τον χαροποιούσε.

Και όλα αυτά στο κέντρο της Αθήνας! Του φαινόταν απίστευτο. Και ήταν, από μία άποψη.

Ξαναμπήκε μέσα όταν η καφετιέρα του θύμισε πως ο γαλλικός που τον συντρόφευε κάθε πρωί ήταν έτοιμος. Γέμισε μία κούπα και κάθισε αναπαυτικά στην αγαπημένη του πολυθρόνα. Ακόμα άκουγε τα πουλιά που κελαηδούσαν και τις χαρούμενες φωνές των παιδιών που έπαιζαν ανέμελα λίγα μέτρα παραπέρα. Ένιωσε μία απίστευτη χαρά που ζούσε σε αυτή τη χώρα, σε αυτή τη πόλη, σε αυτή τη γειτονιά. Ένιωθε ο πιο τυχερός άνθρωπος του κόσμου.

Ξαφνικά έγινε κάτι που δε το περίμενε. Που δε μπορούσε να το εξηγήσει. Δε κατάλαβε γιατί.

Το φωτεινό σαλόνι του άρχισε να σκοτεινιάζει. Οι τοίχοι άρχισαν να χάνουν το χρώμα τους. Ο ήχος άρχισε να χαμηλώνει. Τα πουλιά ησύχασαν, οι παιδικές φωνές ακούγονταν υπόκωφες, όλο και πιο μακρινές, όλο και πιο σιγανές. Στο τέλος εξαφανίστηκαν. Μα τι έγινε?

Τα πάντα γύρω του χλώμιασαν. Κοίταξε έξω από το παράθυρο. Η μηλιά είχε μεταμορφωθεί σε έναν άσχημο στύλο της ΔΕΗ. Τα πουλιά είχαν εξαφανιστεί. Το γκαζόν του δεν είχε πλέον το καταπράσινο εκείνο χρώμα. Κοιτάζοντας καλύτερα παρατήρησε πως δεν είχε καν γκαζόν στην αυλή του. Στην πραγματικότητα δεν είχε καν αυλή.

Τα παιδιά είχαν επίσης εξαφανιστεί. Ο δρόμος ήταν άδειος, έρημος. Τίποτα δε μαρτυρούσε πως πριν από λίγο εκεί υπήρχε ζωή.

Ξαφνικά άκουσε φωνές. Ερχόταν από μακρυά. Ναι, ήταν φωνές! Δυνατές. Και δυνάμωναν όσο πλησίαζαν. Ένιωσε σαν να ξαναβρήκε την χαμένη του ελπίδα.

Καθηλωμένος στην πολυθρόνα του περίμενε. Το παράθυρο του έβλεπε στο δρόμο. Σε έναν κάδο, όπου μέχρι πριν από λίγο ήταν ένας ανθισμένος θάμνος. Τα μάτια του είχαν καρφωθεί στο εσωτερικό του μεταλλικού αυτού πλαισίου που βρίσκονταν στον τοίχο του.

Οι φωνές δυνάμωναν. Ακούγονταν σαν να είναι ακριβώς έξω από το σπίτι του. Έφτασε μία παρέα από άτομα. Κρατούσαν πανό. Φώναζαν. Δεν ήταν παιδικές φωνές. Διαμαρτύρονταν. Και ήταν πολλοί. Περνούσαν μπροστά από το παράθυρο του.

Ήταν φοιτητές και ηλικιωμένοι συνταξιούχοι. Δάσκαλοι και σκουπιδιάρηδες. Ναυτεργάτες και αγρότες. Έλληνες και αλλοδαποί. Μακεδόνες και Κύπριοι. Πρωτευουσιάνοι και χωριάτες.

Μα τι έγινε?

Έστρεψε το βλέμμα του στο εσωτερικό του σπιτιού. Έψαχνε να βρει τη λύση στους τοίχους, στο ταβάνι, στο πάτωμα. Και το βλέμμα του καρφώθηκε σε μία πρίζα…

Η παιχνιδιάρα και αξιολάτρευτη γάτα του κατά λάθος έβγαλε την τηλεόραση από την πρίζα.

Κατάλαβε. Τα έβαλε με τον εαυτό του που δε το είχε καταλάβει τόσο καιρό. Βγήκε έξω και πήρε στα χέρια του ένα πανό. Έγινε ένα με τους άλλους. Επιτέλους κατάλαβε. Και δε ξαναέβαλε ποτέ την τηλεόραση στην πρίζα. Ήταν ελεύθερος…

Για ένα πρόβατο που δεν ήθελε να παραδεχτεί πως είναι πρόβατο…

(προτείνετε να διαβάσετε πρώτα το άρθρο αυτό, μαζί με τα σχόλια του,
για να κατανοήσετε καλύτερα την ακόλουθη “παραβολή”…)

Μια φορά και έναν καιρό, σε έναν όχι πολύ μακρυνό γαλαξία, ήταν ένα μικρό χωριό. Στο χωριό αυτό υπήρχαν οι κάτοικοι και υπήρχαν και δύο τσοπάνηδες, ας τους δώσουμε για να μη μπερδευόμαστε δύο τυχαία χρώματα. Ας πούμε…ο μπλε τσοπάνης και ο πράσινος τσοπάνης.

Κάθε χρόνο λοιπόν γινόταν εκλογές στο χωριό οι οποίες θα αναδείκνυαν τον αρχηγό του χωριού. Για έναν πολύ περίεργο λόγο, αρχηγός του χωριού δεν γίνονταν κάποιος μορφωμένος άνθρωπος, ικανός, με όρεξη να πάει τον τόπο μπροστά και να βοηθήσει το χωριό. Αρχηγός γινόταν ο τσοπάνης με τα περισσότερα πρόβατα!

Ναι, όσο ηλίθιο και αν ακούγεται, έτσι ήταν. Αρχηγός γινόταν ο τσοπάνης που είχε τα περισσότερα πρόβατα.

Έτσι οι τσοπάνηδες μάζευαν όλο το χρόνο πρόβατα, τα έβαφαν ο καθένας με το χρώμα του, μέχρι να έρθει η ημέρα των εκλογών που θα μετρούσαν πόσα είναι τα πρόβατα κάθε χρώματος και θα γίνονταν αρχηγός αυτός με τα περισσότερα χρωματισμένα πρόβατα…

Κάθε τσοπάνης λοιπόν είχε κάποια πιστά πρόβατα. Τα πρόβατα αυτά ήταν στη στάνη όλο το χρόνο, ήταν μόνιμα βαμμένα με το χρώμα του τσοπάνη τους (και χαίρονταν κιόλας που ήταν χρωματισμένα…), και βοηθούσαν τον τσοπάνη να βρει και άλλα πρόβατα. Ο τσοπάνης τους έδινε κάποια προνόμια, και αυτά από την άλλη αμολιόντουσαν στους δρόμους και στους αγρούς να βρουν πρόβατα και να τα βάλουν στην στάνη του τσοπάνη τους, για να πάρουν τα συγχαρητήρια του τσοπάνη και κάποια επιπλέον προνόμια.

Πολύ συχνά, για να προσελκύσει νέα πρόβατα, ο τσοπάνης έδινε μπόλικα χόρτα στα πρόβατα του, για να κεράσουν τα υπόλοιπα αχρωμάτιστα πρόβατα του χωριού και να τα φέρουν με αυτόν τον τρόπο στη στάνη του. Τα πρόβατα του κολλούσαν και αφίσες στο χωριό, οι οποίες λέγαν πως ο τσοπάνης τους είναι ο καλύτερος. Αρκετά συχνά μάλιστα, διοργάνωναν events σε μεγάλους κάμπους, όπου υπήρχαν πολλές ωραίες προβατίνες τις οποίες γνώριζαν στα αχρωμάτιστα πρόβατα. Επίσης τους κερνούσαν και μπόλικα χόρτα, ενώ το παίζανε και φίλοι τους.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά αρκετά πρόβατα πείθονταν και πήγαιναν τελικά στη στάνη, όπου τα χρωμάτιζαν μόνιμα. Κάποια άλλα παραμέναν ελεύθερα όλο το χρόνο, αλλά λίγο πριν τις εκλογές, ή ακόμα και την ίδια μέρα των εκλογών, τους έπειθαν οι τσοπάνηδες, με τη βοήθεια των προβάτων τους, και τελικά τα μαντρώνανε και τα χρωμάτιζαν προσωρινά και κείνα, ώστε να προσμετρηθούν στα πρόβατα του τσοπάνη.

Υπήρχαν από την άλλη και κάποια πολύ λίγα πρόβατα που δε δέχονταν να χρωματιστούν, που δεν θέλαν να έχουν κανέναν τσοπάνη πάνω από το κεφάλι τους, αλλά αυτά ήταν πολύ λίγα, και είναι τέλος πάντων μια άλλη ιστορία.

Πάντως το πιο αστείο σε όλη την υπόθεση ξέρετε ποιο είναι? Πως κανένα από τα πρόβατα, ούτε τα μόνιμα χρωματισμένα, ούτε αυτά που χρωματίζονταν λίγο πριν τις εκλογές, δε γνώριζε πως είναι πρόβατο!

Μία μέρα λοιπόν περνούσα με κάτι φίλους μου έξω από το χωριό αυτό. Έλεγα στους φίλους μου, και σε κάποιους περαστικούς που είχαν έρθει στην παρέα μας, για το πόσο γελοία είναι τα πράματα σε αυτό το χωριό, για το τι κάνουν τα πρόβατα των τσοπάνηδων, πως τα εκπαιδεύουν ώστε να φέρνουν και άλλα πρόβατα στη στάνη, κ.τ.λ. Για καλή μας τύχη, την στιγμή που μιλούσα στα παιδιά για τα τεχνάσματα που χρησιμοποιεί ο πράσινος τσοπάνης στα πράσινα πρόβατα, μας ακούει ένα πράσινο πρόβατο που βρίσκονταν μες στη στάνη. Πετάγεται λοιπόν τότε και μου λέει:

-”Αυτά που λες στους άλλους είναι ψέματα! Εγώ δεν είμαι πρόβατο! Έχω ιδεολογία εγώ. Έχω κριτική ικανότητα.”

Έτυχε και είχα μαζί μου την φωτογραφική μου μηχανή, και αποθανάτισα το πρόβατο σε αυτή του την προσπάθεια να μου αποδείξει πως δεν είναι πρόβατο:

Συνεχίζει λοιπόν το πρόβατο την απολογία του και μου λέει:

“Αυτά που λες ισχύει για τα μπλε πρόβατα. Εκείνα κάνουν έτσι, εκείνα υπακούν τυφλά τον τσοπάνη και κάνουν ότι τους λέει. Και μάλιστα νομίζουν πως αυτά που τους λέει ο τσοπάνης είναι δικές τους απόψεις! Εκείνα το κάνουν, όχι εμείς. Εμείς δεν έχουμε καμία σχέση με εκείνα τα μπλε πρόβατα. Εμείς δεν είμαστε καν πρόβατα!”.

Επειδή λοιπόν λίγο πιο πριν είχα περάσει (τυχαία πάλι…) έξω από τη στάνη του μπλε τσοπάνη, έβγαλα μία φωτογραφία και ένα μπλε πρόβατο. Σας παρουσιάζω λοιπόν την φωτογραφία του μπλε πρόβατου, και πείτε μου αν διαφέρουν πουθενά με το πράσινο πρόβατο:

Η ομοιότητα πιστεύω είναι προφανής. Πέρα από το χρώμα, δε διαφέρουν σε τίποτα άλλο.

Θα απορείτε όμως πως και τα πρόβατα δε καταλαβαίνουν πως είναι πρόβατα. Ε λοιπόν, στο χωριό αυτό δεν υπάρχει κανένας καθρέφτης! Έτσι κανένα πρόβατο δε βλέπει πως είναι πρόβατο. Όλα τα πρόβατα νομίζουν πως είναι σκεπτόμενοι πολίτες, με ιδεολογία, αλλά στην πραγματικότητα είναι όλα πρόβατα και δε το καταλαβαίνουν! Μάλιστα το ωραίο είναι πως βλέπουν τα πρόβατα της απέναντι στάνης και τα κοροϊδεύουν! Αλλά φυσικά δε βλέπουν τα χάλια τους, που είναι ακριβώς στην ίδια μοίρα.

Έφυγα λοιπόν εκείνη τη μέρα από τη στάνη, και επέστρεψα λίγες μέρες αργότερα με έναν καθρέφτη. Πάω λοιπόν στο πράσινο πρόβατο που μιλούσα τις προάλλες και του δείχνω τον καθρέφτη. Μόλις το πρόβατο κοιτάει τον καθρέφτη και βλέπει τον εαυτό του, αντί να αναγνωρίσει πως όντως είναι πρόβατο, αρχίζει έναν απίστευτο μονόλογο:

-”Αυτός δεν είναι καθρέφτης, αυτό είναι ένα κόλπο για να με κάνεις να νομίζω ότι είμαι πρόβατο. Είναι ψεύτικο. Ένα φτηνό κόλπο για να διώξεις τα πρόβατα από τη στάνη μας. Αυτό το κατασκέυασμα που μοιάζει με καθρέφτη το δημιούργησαν τα μπλε πρόβατα, ναι, είμαι σίγουρος γι’ αυτό, για να μας υποβαθμίσουν. Μάλιστα το είχαμε αποδείξει πως αυτό είναι δικό τους κατασκεύασμα. Αυτό το πράμα δεν είναι καθρέφτης, δεν είναι αληθινό, είναι ψεύτικο.

-”Όχι,” του λέω, “αυτός ο καθρέφτης είναι πραγματικός. Αν δε πιστεύεις τον καθρέφτη, να εδώ σε έχω τραβήξει και σε βίντεο. Δε μπορεί και αυτό να είναι μοντάζ…”

“Ψεύτη, υποκριτή, με ποιον είσαι ρε? Με τον μπλε τσοπάνη δεν είσαι ρε? Σίγουρα με αυτόν είσαι, αυτοί τα κάνουν κάτι τέτοια. Μήπως είσαι με τον κόκκινο τσοπάνη ρε, και πας να μας κοροϊδέψεις για να βγει ο δικός σου τσοπάνης αρχηγός? Πες μου ρε, αλήτη, ρουφιάνε, που έρχεσαι εδώ με τον ψευτο-καθρέφτη σου και κοροϊδεύεις τον κόσμο. Εγώ δεν είμαι πρόβατο ρε, εγώ έχω ιδεολογία ρε, εγώ είμαι σκεπτόμενος.”


ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΠΡΟΒΑΤΟ!“, είπε το πρόβατο και πήγε να βοσκήσει…

-”Εγώ δεν έχω τσοπάνη”, του απαντάω. “Εγώ δεν είμαι καν από αυτό το χωριό. Δε με νοιάζει τι ψηφίζετε, δε θέλω να γίνω αρχηγός. Δεν έχω κανένα τσοπάνη πάνω από το κεφάλι μου. Την αλήθεια σου λέω.”

-”Ναι, καλά, αποκλείεται να μην έχεις τσοπάνη. Όλα τα πρόβατα έχουν τσοπάνη. Δε μπορεί κάποιον θα έχεις.”

-”Μα καταρχήν εγώ δεν είμαι πρόβατο. Και δεύτερον, φυσικά και δεν έχω κανέναν…”

-”Ναι, ναι, καλά, τα ξέρουμε αυτά τα ψέματα σου. Έχεις και παραέχεις. Για να σκεφτώ…ναι, το βρήκα! Έχεις έναν τσοπάνη…α, ναι, ο οποίος σου υποσχέθηκε πως θα πάρεις πτυχίο αν του πας πολλά πρόβατα! Ναι, έτσι είναι, σίγουρα. Χα! Τι έχεις να πεις τώρα?! Ε?! Δε σ’ ακούω…”

-”Τώρα τι να σου πω ρε πρόβατο, είναι αστεία αυτά που λες! Τι πήγες και σκέφτηκες… Δεν έχω κανένα τσοπάνη, αλήθεια λ…”

-”Δεν υπάρχει άνθρωπος χωρίς τσοπάνη! Αλήτη, με τα τεχνάσματα σου, έχεις και παραέχεις τσοπάνη, και είναι και χειρότερος και από τον δικό μας. Σκουλήκι, τσουτσέκι, κρυφό-μπλε πρόβατο, πας να μας πουλήσεις και μούρη”. (τα τελευταία τα κατέγραψα κιόλας, ορίστε).

Ε, κάπου εκεί έφυγα από την συζήτηση. Καταλαβαίνετε τώρα, άντε προσπάθησε να αποδείξεις σε ένα πρόβατο πως δεν είναι πρόβατο. Και μάλιστα, να του δείχνεις και τον καθρέφτη, και να λέει πως “δεν είναι καθρέφτης, είναι τέχνασμα του μπλε τσοπάνη”. Και να μην μπορεί να καταλάβει πως υπάρχουν άτομα που δεν έχουν τσοπάνη, σώνει και καλά να με βγάλει πως έχω τσοπάνη. Γιατί δε το χωράει το μικρό του κεφάλι πως υπάρχουν κάποιοι που δεν έχουν τσοπάνη.

Ρε βλακεία που υπάρχει στο ζωικό βασίλειο…

Αγαπητό πράσινο πρόβατο, σου αφιερώνω αυτό το τραγούδι (να μη το βάλω ξανά, 3η φορά στο ποστ…).

———————————————————————————

EDIT [9/2/2007]: Δείτε το video που μόλις προστέθηκε στο άρθρο: [Η Χούντα της Νέας Δημοκρατίας - Καταστολή πορειών με τη βία], το οποίο αποδεικνύει πως οι κουκουλοφόροι είναι κρατικά ελεγχόμενοι και υποκινούμενοι.

Πραγματικά ευχαριστώ τον Παντελή που το έστειλε. Θα ήταν καλό όσοι μπορούμε να το διαδώσουμε, είναι πιστεύω ένα φοβερό video και ένα αδιάψευστο στοιχείο πως οι κουκουλοφόροι είναι κρατικά υποκινούμενοι.

———————————————————————————

Ο Αστερίξ στη χώρα των Ιδιωτικών Πανεπιστημίων

Τόσες μέρες έκανα βόλτες από δω και απο κει να δω λίγο τι γνώμη έχει η blogόσφαιρα για το εκπαιδευτικό, για το άρθρο 16 και τα συναφή. Προς έκπληξη μου λοιπόν, η πλειοψηφία αυτών, και κυρίως οι “γνωστοί” bloggers υποστηρίζουν την ύπαρξη των ιδιωτικών, για λόγοι οι οποίοι συνοψίζονται κυρίως στο επιχείρημα ότι οι λεφτάδες θα πρέπει να έχουν το δικαίωμα να αγοράζουν την παιδεία τους και να μην πηγαίνουν στα χαμηλής ποιότητας δημόσια, οι “γιατροί” της βουλγαρίας πρέπει να γίνονται “γιατροί” από δικά μας περίπτερα πτυχίων (πάρε καλέ κόσμε, μόνο γιαυτή τη βδομάδα πτυχίο χειρούργου με 20% έκπτωση) για να μένουν εδώ μέσα τα λεφτά, ότι το άρθρο 16 είναι ουσιαστικά ένας νόμος που απαγορεύει επιλεκτικά κάποια δικαιώματά μας (γιατί είναι δικαίωμα του πλούσιου να πηδάει τον φτωχό), κτλ κτλ. Έκανα και την προσπάθεια να πω μια κουβέντα από δω και απο κει αλλά δεν ακούστηκα…

Βασικά, όσα επιχειρήματα και αν ειπωθηκαν είναι τραγικά και γελοία. Έβλεπα και στην ΝΕΤ τα επιχειρήματα υπερ των ιδιωτικών να καταρρέουν ένα ένα από τον κύριο Πρύτανη που ήταν καλεσμένος, του οποίου το όνομα μου διαφεύγει, αλλά ο οποίος ήταν αποστομωτικός.

Η παρομοίωση

Στο ανάλογο άρθρο της η Ψιλικατζού προσπάθησε να κάνει μία παρομοίωση της παιδείας με το νερό. Θα έλεγα αρκετά πετυχημένη παρομοίωση: υπάρχουν οι δημόσιες πηγές, όπου όλοι μπορούν να παν και να πιουν νερό δωρεάν, και υπάρχουν και τα εμφιαλωμένα νερά. Το κράτος απαγορεύει τα εμφιαλωμένα νερά. Απαγορεύει σε ιδιώτη να εκμεταλευτεί την δίψα των πολιτών. Και όλοι πίνουν από τα δημόσια, δωρεάν. Σιγά σιγά όμως αρχίζουν οι δυσεντερίες, οι μολύνσεις, οι σκουριασμένοι σωλήνες, διακοπές νερού και αρχίζεις να ΔΙΨΑΣ. Οπότε γιατί να μην μπορείς να πιεις εμφιαλωμένο, για να σταματήσεις να διψάς? Απο τη στιγμή μάλιστα που υπάρχει το εμφιαλωμένο, ή τέλος πάντων μπορούν να κατασκευαστούν πιο εύκολα τα εργοστάσια για εμφιαλωμένο (κάποια έχουν ήδη γίνει, απλά δε λειτουργούν μέχρι να πάρουν άδεια), ενώ για να επισκευάσεις τις δημόσιες πηγές θέλεις πολλά χρόνια, πολύ κόπο, κτλ.

Ομολογώ ότι με έβαλε σε προβληματισμούς. Μήπως όντως είναι έτσι τα πράματα? Γιατί να συνεχίσουμε να πίνουμε μολυσμένο νερό, ενώ υπάρχει το εμφιαλωμένο? Κάθισα όμως και το σκέφτηκα λίγο καλύτερα, αναθεώρησα, και κατάλαβα που είχε “τρύπες” το παραπάνω μοντέλο (που δε πιστεύω ότι εσκεμμένα άφησε η Ψιλικαντζού):

Η σωστή παρομοίωση του νερού (μαζί με τις κομμένες σκηνές)

Θα σας πω τώρα μια μικρή ιστορία.

Σε ένα μικρό Γαλατικό χωριό υπάρχουν οι δημόσιες πηγές, όπου όλοι μπορούν να παν και να πιουν νερό δωρεάν. Στο μικρό Γαλατικό αυτό χωριό λοιπόν απαγόρευουν να δημιουργηθούν εργοστάσια εμφιαλωμένων νερών, γιατί θέλουν οι πολίτες του να πίνουν δωρεάν νερό, ακόμα και αν το δωρεάν αυτό νερό δεν είναι πιο καθαρό από το εμφιαλωμένο. Δε θέλουν τους ιδιώτες να εκμεταλλεύονται την δίψα τους, που είναι μία φυσική ανάγκη.

Τα τριγύρω χωριά λοιπόν έχουν ήδη κατακτηθεί από τους Ρωμαίους, οι οποίοι έχουν δημιουργήσει ιδιωτικές εταιρίες και αναγκάζουν τους πολίτες να αγοράζουν το νέρο. Οι Ρωμαίοι πιέζουν τους πολίτες του μικρού γαλατικού χωριού να δημιουργήσουν εργοστάσια εμφιαλωμένων νερών. Μάλιστα τους φέρνουν το τρομερό επιχείρημα: “Μα όλα τα υπόλοιπα χωριά έχουν, γιατί δε το κάνετε και σεις?”. Οι Γαλάτες όμως δεν αλλάζουν γνώμη και επιμένουν πως θέλουν αυτοί και τα παιδιά τους να συνεχίσουν να πίνουν δωρεάν νερό, κι ας είναι και χειρότερης ποιότητας από το εμφιαλωμένο. Άυριο μπορεί να μην έχουν λεφτά για εμφιαλωμένο, τι θα κάνουν, θα πεθάνουν από τη δίψα? (θα αναγκάζονται να δανείζονται για να πιουν νερό, ακούστηκε μία φωνή…)

Οι Ρωμαίοι όμως τα χουν συμφωνήσει με τον αρχηγό του Γαλατικού χωριού. Αργά η γρήγορα, πρέπει να ανοίξουν και κει εργοστάσια εμφιαλωμένων, γιατί αν και το χωριό είναι μικρό , θα έχουν αρκετά μεγάλο κέρδος από την πώληση των εμφιαλομένων. Αλλά οι πολίτες του Γαλατικού χωριού συνεχίζουν να αντιδρούν.

Επειδή λοιπόν ο αρχηγός του χωριού τα ‘χει καλά με τους Ρωμαίους, στήνει ένα μεγαλοφυές σχέδιο για να αναγκάσει τους κάτοικους του χωριού να αλλάξουν γνώμη και να επιτρέψουν την ίδρυση των εργοστασίων παραγωγής εμφιαλομένου νερού…

Αρχικά, επιτρέπει τη δημιουργία εργοστασίων παραγωγής σόδας. Η λογική πίσω από αυτό είναι ότι καταρχήν, υπάρχει έτσι ένα υποκατάστατο του νερού, γι’ αυτούς που έχουν χρήματα και δε θέλουν να πίνουν το βρώμικο δημόσιο νερό, και από την άλλη, που είναι και ίσως και πιο σημαντικό, μπορούν πολύ εύκολα τα εργοστάσια αυτά να μετατραπούν σε εργοστάσια παραγωγής εμφιαλομένων νερών. Κάποιες τυπικές νομικές αλλαγές και έτοιμο το εργοστάσιο εμφιαλωμένου νερού.

Δεύτερη στρατηγική που ακολουθεί ο αρχηγός είναι η μόλυνση του δημόσιου νερού: σταδιακά μολύνει το νερό, με τρόπο που να μη γίνεται αντιληπτός από τους πολίτες, έτσι ώστε κάποια στιγμή το νερό να είναι τόσο μολυσμένο που να μην πίνεται καν. Στο σημείο αυτό βέβαια έχει και σύμμαχο την φυσική φθορά των αγωγών από το χρόνο, οπότε δε χρειάζεται να κάνει και πολλά περισσότερα από το απλά να μην επισκευάζει τις φθορές. Μάλιστα είναι τόσο πονηρός, ώστε αργά αλλά σταθερά μειώνει τα λεφτά του χωριού που δαπανούνταν για την επισκευή -λίγο λίγο, ώστε να μην είναι ορατό.

Οι πολίτες έχουν κάποια παράπονα για το δημόσιο νερό, αλλά τουλάχιστον είναι δωρεάν, και έτσι συνεχίζουν να πίνουν από το δημόσιο δωρεάν νερό.

Όταν λοιπόν το νερό έχει μολυνθεί αρκετά, και τα λεφτά που δαπανούνται για τις επισκευές έχουν φτάσει -με έναν εξ’ ολοκλήρου νόμιμο τρόπο- σε πολύ χαμηλό ποσοστό, μαζεύει ο αρχηγός όλο το χωριό και προτείνει να δημιουργήσουν εργοστάσια εμφιαλωμένου νερού. Μάλιστα, φέρνει και το τρομερό επιχείρημα “Όλα τα χωριά τριγύρω μας έχουν εμφιαλωμένο, εμείς γιατί να μην έχουμε?” Του απαντάει τότε ένας πολίτης: “Ρε αρχηγέ, καταρχήν αν όλα τα υπόλοιπα χωριά πίνουν χυμό παστουρμά, πρέπει να πιούμε και μείς? Και δεύτερον, αύριο δε θα έχουμε λεφτά για εμφιαλωμένα, τι θα κάνουμε?”

Λέει τότε ο πανέξυπνος αρχηγός: “Καταρχήν δεν είναι ανάγκη να αγοράζεται όλοι εμφιαλωμένα. Θα αγοράζουν όποιοι θέλουν, όποιοι έχουν λεφτά. Οι υπόλοιποι μπορείτε να συνεχίσετε να πίνετε απο το δημόσιο νερό”, και χαμηλώνοντας τη φωνή του ψιθυρίζει στον εαυτό του “…που σε λίγο δε θα υπάρχει, και θα αναγκαστείτε να αγοράζετε εμφιαλωμένα…” και γελάει χαιρέκακα.

Μάλιστα, βρήκε και αρκετούς υποστηρικτές. Ο Κοκκαλίξ του είπε πως επειδή ήταν λεφτάς, και ενδιαφέρονταν να ανοίξει ένα εργοστάσιο εμφιαλωμένου νερού, θα τον υποστηρίξει. Μάλιστα του είπε ότι του φαινόταν και φασιστικό να μην αφήνουν οι ισχύοντες νόμοι να ανοίξουν κάποια συγκεκριμένα μαγαζιά στο χωριό, όπως τα εργοστάσια εμφιαλωμένων νερών. Ο Ευρωπουλίξ του είπε πως επειδή είχε λεφτά, και δεν τον ένοιαζε να πληρώνει προκειμένου να πάρει καθαρότερο νερό, τόσο καιρό αναγκάζονταν και πήγαινε στο διπλανό χωριό να πάρει εμφιαλωμένο, και άρα πολύ θα ήθελε να αγοράζει από το χωριό του νερό. Ο Εξεταστίξ Αποτυχίξ του είπε πως επειδή ποτέ δε προλάβαινε να πάρει νερό απο την πηγή -ξυπνούσε πάντα αργά, πήγαινε αργά στο δρόμο, χαζολογούσε, και τελικά στο τέλος τον προλάβαιναν πάντα οι άλλοι (και του φταίγαν οι άλλοι που ξυπνούσαν απο νωρίς να πάνε στην πηγή, όχι ο εαυτός του που βαριόταν να σηκωθεί νωρίς…), αναγκάζονταν και αυτός να πάει στο διπλανό χωριό να πάρει νερό, και έτσι, εκτός από την κούραση να πάει στο διπλανό χωριό, πλήρωνε και πόσα λεφτά για να τον πάει το κάρο δίπλα. Ο Αφελίξ του είπε πως δεν είχε σκεφτεί το θέμα νωρίτερα, αλλά του φαίνεται παράλογο να μη μπορεί ο Κοκκαλίξ να ανοίξει εργοστάσιο, και ο Ευρωπουλίξ και ο Εξεταστιξ Αποτυχίξ να αναγκάζονται να παν στο διπλανό χωριό να αγοράσουν εμφιαλωμένα, από τη στιγμή που θα μπορούσαν να αγοράσουν απο το δικό τους χωριό, και να πληρώνουν τα μισά λεφτά, εφόσον δεν θα έχουν να πληρώνουν έξοδα για τα μεταφορικά και για άλλα πράματα. Μάλιστα, πίστεψε και τα λόγια του αρχηγού, πως “όταν δημιουργηθούν τα εργοστάσια εμφιαλωμένων, θα καλυτερέψουν λέει οι δημόσιες πηγές λόγω ανταγωνισμού“: ο Δημοσιουπαλληλίξ και ο ΒρέξειΧιονίσειΕγωΘαΠληρωθίξ, υπεύθυνοι καθαρισμού των αγωγών που βαριούνται ελλεεινά, ξαφνικά λέει θα νιώσουν πως πρέπει να καθαρίσουν τους σωλήνες ώστε το δημόσιο νερό να γίνει καλύτερο από το εμφιαλωμένο, και θα δουλεύουν περισσότερο και πιο μεθοδευμένα (τώρα πως ενώ τόσα χρόνια οι συγκεκριμένοι υπάλληλοι βαριούνταν να καθαρίσουν τους αγωγούς, και τώρα ξαφνικά θα αποκτήσουν όρεξη δε το κατάλαβε ο Αφελίξ, αλλά πίστεψε τα λόγια του αρχηγού).

Ρωτάει τότε ο Φτωχαδίξ:

“Ρε συμπολίτες, καλά τα λέτε. Το νερό είναι μολυσμένο, γενικά δεν είναι καλής ποιότητας. Οι περισσότεροι αναγκάζεστε να πάτε στο διπλανό χωριό και να πληρώσετε και για εμφιαλωμένο νερό αλλά και για μεταφορικά, μόνο και μόνο για να πάρετε καθαρό νερό. Άλλοι πηγαίνετε στο διπλανό και στο παραδιπλανό χωριό επειδή δε προλαβαίνετε να πιείτε νερό από τις δικές μας πηγές, πάντα σας προλαβαίνουν άλλοι. Γιαυτό και υποστηρίζετε να ανοίξουν εργοστάσια εμφιαλωμένων νερών.

Όμως, έχω μια απορία: γιατί να μην επισκευάσουμε τις δικές μας πηγές, να τις κάνουμε ακόμα καλύτερες ώστε το νερό που τρέχει να είναι καθαρό, καθαρότερο και από το εμφιαλωμένο, και να ανοίξουμε περισσότερες πηγές ώστε να προλαβαίνεται να πιείτε όλοι?”

Ο Κοκκαλίξ σάστισε. Δε σκέφτηκε κάτι έξυπνο να πει, να δείξει με κάποιο τρόπο ότι το επι πληρωμής καθαρό νερό θα είναι καλύτερο από το δωρεάν καθαρό νερό (και πως να το πει? αν το δημόσιο νερό θα είναι και καθαρό και δωρεάν, γιατί κάποιος να πληρώσει για να πιεί νερό?)

Ο Ευρωπουλίξ, ο Εξεταστίξ Αποτυχίξ και ο Αφελίξ έμειναν με το στόμα ανοιχτό. Μήπως είχε άραγε δίκιο ο Φτωχαδίξ? Γιατί να πληρώνουμε για καθαρό νερό, αντί να καθαρίσουμε το δημόσιο νερό ώστε να έχουμε δημόσιο δωρεάν καθαρό νερό?

Όλοι περίμεναν την άποψη του αρχηγού. Και ο αρχηγός περίμενε χρόνια αυτή τη στιγμή. Τόσα χρόνια μόλυνε μεθοδικά το νερό, μείωνε τα χρήματα για την επισκευή των αγωγών, και επέτρεπε τη δημιουργία εργοστασίων σόδας. Με καθαρή και δυνατή φωνή λοιπόν λέει τα λόγια που τόσες φορές είχε κάνει πρόβα, περιμένωντας αυτή τη στιγμή:

-”Συμπολίτες μου, θα ήθελα πολύ να ανοίξω περισσότερες πηγές, και να καθαρίσω τις δημόσιες, αλλά τα λεφτά δε φτάνουν…”

-”Αφού εσύ τα μείωνες μεθοδικά τόσα χρόνια γι’ αυτό το λόγο…” πετάχτηκε ο Φτωχαδίξ, και όλοι τον επέπληξαν και του είπαν να σκάσει για να μιλήσει ο αρχηγός.

-”Είναι μεγάλο το κόστος για να επισκευάσουμε τις υπάρχουσες υποδομές, όσο και για να ανοίξουμε νέες πηγές. Από την άλλη, υπάρχουν ήδη τα εργοστάσια σόδας, που πολύ εύκολα μπορούν να μετατραπούν σε εργοστάσια εμφιαλωμένου νερού. Έπειτα, υπάρχουν πολλοί επενδυτές από τα γειτονικά χωριά που θέλουν να επενδύσουν και να κάνουν εργοστάσια εμφιαλωμένου νερού εδώ. Και πιστέψτε με, μπορούν να τα κάνουν πολύ γρήγορα”

-”Έτσι, όλοι όσοι θέλετε θα μπορείτε να αγοράζετε εμφιαλωμένο, αλλά φυσικά, εσύ Φτωχαδίξ θα μπορείς πάντα να πίνεις από τις δημόσιες πηγές. Και σου εγγυόμαι ότι τα εργοστάσια δε θα επηρεάσσουν καθόλου, μα καθόλου την ποιότητα του “

Και όλοι συμφώνησαν, εκτός από τον Φτωχαδίξ…

Λίγα χρόνια αργότερα, το σχέδιο του αρχηγού και των Ρωμαίων είχε ολοκληρωθεί: τα λεφτά για τις επισκευές των αγωγών είχαν μειωθεί στο ελάχιστο, όπως ήταν άλλωστε προσυμφωνημένο, τόσο που δεν έφταναν ούτε για την επισκευής μιας βρύσης. Τα εργοστάσια, παρά τις δεσμεύσεις του αρχηγού άνοιξαν δίπλα στις δημόσιες πηγές και με τα απόβλητα τους μόλυναν τις δημόσιες. Έτσι το νερό των δημόσιων πηγών, τόσο λόγο της μόλυνσης -φυσικής και τεχνητής- όσο και λόγω της αδυναμίας επισκευής τους, δεν ήταν πλεόν πόσιμο. Και ο Φτωχαδίξ αναγκάζονταν να δανείζεται λεφτά για να αγοράζει εμφιαλωμένο νερό, να δανείζεται λεφτά για να πίνει νερό, αυτό το δημόσιο αγαθό που κάποτε ήταν δωρεάν…

———————————————————–

Σημείωση Νο1: Οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα ή γεγονότα φυσικά και δεν είναι τυχαία.

Σημείωση Νο2: Μη χάσετε το ρεμέικ του “ο Αστερίξ στην χώρα των Ιδιωτικών Πανεπιστημίων” που γυρίζετε αυτόν τον καιρό στην Ελλάδα. Σκηνοθέτης: Μαριέττα Γιαννάκου, Παραγωγοί: ΠΑΣΟΚ - ΝΕΑ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ, Κομπάρσοι: ΔΑΠ

Σημείωση Νο3: Το κατάστημα πληροφορεί το αγαπητό κοινό ότι ο ιδιοκτήτης του δεν είναι χρωματισμένος, ούτε έχει κατεύθυνση, προς αποφυγή χρωματισμού του ιδιοκτήτη ως μπλε - πράσσινου - κόκκινου power ranger ή αριστερού - δεξιού - κεντρώου - ακροκεντρώου - μέσου - επιθετικού - έλα λίγο πιο πίσω - πάρτο λίγο ακόμα - ώπα! εκεί είσαι!