Τον άρτον ημών τον επιούσιον

Το δωμάτιο τριγύρω του ήταν άσπρο. Οι τοίχοι, το πάτωμα, το ταβάνι, όλα. Και ήταν υπερβολικά στενό. «Γαμώτο!», σκέφτηκε, «Και να ήθελα δε θα μπορούσα να είχα βρει χειρότερο μέρος για να κρυφτώ!». Και δεν είχε άδικο. Όσο κι αν ήθελε, δε μπορούσε να παραβλέψει το γεγονός πως ήταν μαύρος. Έτσι γεννήθηκε. Έτσι θα πεθάνει. Αλλά τουλάχιστον όχι σήμερα. Όχι, έπρεπε να την βγάλει και σήμερα.

Είχε κρυφτεί όσο καλύτερα μπορούσε στην οροφή του άσπρου δωματίου. Παρότι έκανε έντονη αντίθεση με το χώρο τριγύρω του, κανείς δε τον είχε προσέξει εκεί ψηλά γιατί το σημείο που είχε επιλέξει ήταν ένα νεκρό σημείο: κανείς δε πρόσεχε ποτέ τη συγκεκριμένη γωνία της οροφής. Το είχε παρατηρήσει εδώ και αρκετές μέρες που γύριζε δήθεν αμέριμνος στο χώρο, και σήμερα το εκμεταλλεύτηκε.

Καθόταν εντελώς ακίνητος. Είχαν περάσει 40 λεπτά -ή μήπως 50; Από κάποιο σημείο και μετά έχανε την αίσθηση του χώρου και του χρόνου. Και αυτό το αναθεματισμένο άσπρο δωμάτιο… ένιωθε να είναι κλεισμένος σε κάποιο δωμάτιο τρελοκομείου. Ή μήπως είχε ήδη αρχίσει να τα χάνει;

Η δουλειά του είναι απάνθρωπη και το λιγότερο αηδιαστική και αποκρουστική. Σε όποιον κι αν την περιέγραφε θα γυρνούσε αμέσως του κεφάλι του με έναν μορφασμό αποστροφής και θα έφευγε μακρυά του όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Αλλά δε την επέλεξε ο ίδιος. Μα το θεό, αν είχε τη δυνατότητα να την αλλάξει θα την άλλαζε την ίδια στιγμή, δίχως δεύτερη κουβέντα. Όμως δυστυχώς, αυτό τον κρατούσε στη ζωή. Αυτό του έδινε ζωή. Στο κάτω κάτω, αυτό ήταν η ζωή του.

Περίμενε υπομονετικά μέχρι ο λευκός άντρας λίγα μέτρα από κάτω του να τελειώσει με την ιεροτελεστεία. Έπειτα θα έφευγε από το δωμάτιο και θα ήταν η σειρά του να παίξει τον ρόλο του. Η όλη προσμονή, αν και εξαιρετικά κουραστική και οριακά ανεκτή, του είχε δημιουργήσει μία τρελή και ανεξέλεγκτη έξαψη.

Είχε περάσει μίαμιση ώρα, εντελώς ακίνητος, για να μη δώσει στόχο. Τελικά, ο λευκός άντρας λίγα μέτρα από κάτω του άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω. Εύκολα θα μπορούσε η διαδικασία αυτή να ειχε τραγική για τον ίδιο κατάληξη: μία μικρή κίνηση, ένας ανεπαίσθητος θόρυβος, και θα ήταν η τελευταία του φορά. Νόμιζε πως δε θα τελειώσει ποτέ το μαρτύριο του. Άλλα να που τελείωσε. Άνοιξε τα φτερά του και προσγειώθηκε απαλά στο γεύμα του. «Ήταν ανάγκη να πέσω σε δυσκοίλιο;» σκέφτηκε η μύγα.

Advertisements

About Γιώργος Μαργαρίτης

Υπάρχουν πολλά τα δρώμενα.
This entry was posted in Έτσι μου 'ρθε and tagged . Bookmark the permalink.

4 Responses to Τον άρτον ημών τον επιούσιον

  1. (εν αναμονή της κυκλοφορίας του δίσκου του Στέλιου)

  2. Ο/Η κυρ Αντρεας λέει:

  3. Θα θέλετε να σταματήσω να γράφω κύριε;
    Να δω πρώτα το κέρασμα και θα αποφασίσω.

  4. Ο/Η egoleme λέει:

    Μπράβο Γιώργο!! Γνήσιο ταλέντο, να το συνεχίσεις, αυτό νομίζω εγώ και να το παλέψεις!!

Σχόλια με κεφαλαία ή greeklish απαγορεύονται αυστηρώς και διώκονται ποινικά. Οι συγγραφείς τους θα υποστούν αποτρόπαια βασανιστήρια. (μετάφραση στα Χρυσαυγίτικα: Μι γράφης με κεφαλέα κε greeklish).

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s